Tuesday, November 29, 2011

Η μέρα που αποφάσισα να βάλω τέρμα στη ζωή μου


Μετά από τόσα βαρετά καλοκαίρια αποφάσισα να πεθάνω τον περασμένο Αύγουστο. Ένιωθα πραγματικά εξαντλημένο που έπρεπε να ζω μαζί με τόσα άλλα μυρμήγκια και να μοιράζομαι κάθε μικροσκοπικό σημείο εκείνης της απύθμενης τρύπας στην οποία στοιβαζόμαστε μέρα με τη μέρα ολοένα και περισσότερα βρώμικα, σκονισμένα και ταλαιπωρημένα μυρμήγκια.
Αποφάσισα με ποιο τρόπο θα έβαζα τέλος στη μίζερη καθημερινότητά μου. Σκέφτηκα πως μετά από μια τόσο αναξιοπρεπή ζωή μου άξιζε τουλάχιστον ένας αξιοπρεπής θάνατος. Ένα ηρωικό τέλος που θα θυμόντουσαν οι επόμενες γενιές και θα τον ανέφεραν κάθε φορά που θα αναμετριόντουσαν με τα ίδια διλήμματα, σαν κι αυτό που έκανε και μένα να πάρω αυτή την απόφαση.
Κάνοντας την ίδια διαδρομή από τη μυρμηγκοφωλιά ως το τίποτα και πάλι πίσω, με το χρόνο να συνοδεύει τα βήματά μου στο ίδιο πάντα τέμπο, ανακάλυψα ότι δεν είναι η ανάγκη που με κάνει να ζω στην κοινότητα αλλά η συνήθεια. Κι ακόμα, ότι η συνήθεια με σπρώχνει στην ανάγκη του να ζω στην κοινότητα. Και η κοινότητα με υποχρεώνει να αισθάνομαι την ανάγκη να ζω εντός της χωρίς να αισθάνομαι με τίποτα αναγκαίος σε αυτήν. Και το χειρότερο, ότι η κοινότητα καλλιεργεί εντός μου την αναγκαιότητα της συνήθειας για να μην ονειρεύομαι ο,τιδήποτε δεν αποτελεί αναγκαίο για αυτήν. Σχεδόν σαν αναγκαίο κακό δηλαδή.
Όμως δεν ήμουν τόσο γενναίο ώστε να αποπειραθώ μόνο μου την αυτοκτονία. Ακόμα και σε αυτή την τόσο μοναχική πράξη χρειαζόμουν μια χείρα βοηθείας. Όχι όμως από την κοινότητά μου.
Αναζήτησα λοιπόν κάποια άλλη ύπαρξη που θα μπορούσε να με βοηθήσει να φέρω εις πέρας το εγχείρημά μου με επιτυχία και κατέληξα μετά από αρκετή σκέψη ότι το μόνο ον που θα μπορούσε να μου συνδράμει ήταν το τζιτζίκι.
Κάθε καλοκαίρι το τζιτζίκι τραγουδάει το ίδιο χιτ που ποτέ δεν βαριέσαι να ακούς. Αυτή ήταν μια πρώτη σκέψη που έκανα. Για το μυρμήγκι υπάρχει μυρμηγκοκτόνο σπρέι ενώ για το τζιτζίκι δεν υπάρχει τζιτζικοκτόνο σπρέι. Αυτή ήταν μια δεύτερη σκέψη που έκανα. Συνειρμικά, το μυρμήγκι παραπέμπει στην εργατικότητα ενώ το τζιτζίκι στην τεμπελιά. Αυτή ήταν μια τρίτη σκέψη που έκανα και αμέσως μόλις την έκανα σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να την είχα κάνει πρώτη. Δεν αλλάζει κάτι όμως αφού την απόφασή μου την είχα πάρει ούτως ή άλλως: στην αυτοκτονία μου θα συμμετείχε το τζιτζίκι.
Μετά από αυτό έπρεπε να βρω ένα τζιτζίκι το οποίο θα ήταν πρόθυμο να με βοηθήσει με τα σχέδια που είχα για να θέσω τέλος στον αβίωτο πλέον βίο μου. Πώς θα προσέγγιζα όμως ένα τζιτζίκι για το σκοπό αυτό και κυρίως σε τι γλώσσα θα του έδινα να καταλάβει την αποφασιστικότητά μου να αυτοκτονήσω έτσι ώστε η αφαίρεση της ζωής μου να μη θεωρηθεί δολοφονία;
Καθώς η αβεβαιότητα για την έκβαση μιας τέτοιας προσέγγισης μεγάλωνε μέσα μου και η αμφιβολία εμφανιζόταν κάθε φορά που έκανα τέτοιες ανείπωτες σκέψεις, κατέληξα ότι προκειμένου να πετύχω το στόχο μου, που δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω συνέχεια, δηλαδή την αποϋλοποίηση του τίτλου του ανωνύμου που μου είχαν προσδώσει με τη γέννησή μου, θα έπρεπε να προκαλέσω σε μάχη το τζιτζίκι. Σε μια μάχη σώμα με σώμα. Με αυτό τον τρόπο, και με τη βεβαιότητα ότι μια τέτοια μάχη θα κατέληγε εις βάρος μου, ή μάλλον υπέρ μου εφόσον κανείς το δει από τη δική μου σκοπιά, η μεν κοινότητα των μυρμηγκιών θα οδηγούνταν να πιστέψει ότι πάλεψα ηρωικά μέχρι θανάτου, η δε κοινότητα των τζιτζικιών ότι επρόκειτο για ένα δυστύχημα.
Αποφάσισα λοιπόν να προκαλέσω ένα τζιτζίκι να με σκοτώσει τη στιγμή ενός σεξουαλικού οργασμού πάνω στον κορμό ενός δέντρου. Φυσικά, δεν επρόκειτο ποτέ να συνουσιαστώ εκούσια μέχρι θανάτου με ένα τζιτζίκι για να γλιτώσω από τα δεσμά της φυλακής μου. Άλλο ήταν το σχέδιο. Θα έπρεπε να πετύχω δυο τζιτζίκια, ή ένα τζιτζίκι και ένα άλλο είδος της οικογένειας των τετιγιδών ή τελοσπάντων ένα τζιτζίκι και ένα άλλο έντομο με παρόμοια ηχητική συσκευή ανάμεσα στον θώρακα και την κοιλιά μέσω της οποίας παράγεται το χαρακτηριστικό τερέτισμα που ακούγεται πάντα στα μεσογειακά καλοκαίρια, την ώρα που θα έκαναν σεξ. Και όχι μόνο αυτό. Θα έπρεπε την ώρα του σεξ να κατορθώσω να τρυπώσω δίπλα στην ηχητική συσκευή που προανέφερα, η οποία αποτελείται από δυο κοιλότητες, οι οποίες χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Επειδή κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή παράγεται ο χαρακτηριστικός εκκωφαντικός ήχος, θα περίμενα μέχρι τη στιγμή του οργασμού, καθότι η επαναλαμβανόμενη ηχητική δόνηση θα κατέληγε σε ένα εκρηκτικό διαμελισμό του σώματός μου από τα μαγνητικά κύματα που θα αποσπούσαν βίαια το κεφάλι μου από το μεσόσωμα και το μετάσωμά μου ή το κεφάλι μου και το μεσόσωμα από το μετάσωμά μου ή το κεφάλι μου από το μεσόσωμα και από το μετάσωμα χωριστά.
Και τα κατάφερα. Δεν ήταν δύσκολο να πετύχω λίγο σεξ το περασμένο καλοκαίρι. Καιροφυλακτούσα στον κορμό ενός δέντρου. Πέτυχα ένα τζιτζίκι σε οίστρο. Σαν χαμαιλέων πήρα το χρώμα του σκούρου φλοιού και πήγα λίγο πιο κοντά του. Αυτό δεν με αντιλήφθηκε καθόλου. Με βοηθούσε και το μαύρισμα που είχα κάνει από το πήγαινε έλα κάτω από τον ήλιο. Σε λίγο κατέφτασε κι ένα άλλο τζιτζίκι σε οίστρο. Μιλάμε για πολύ καύλα. Την κρίσιμη στιγμή πλησίασα ακόμα περισσότερο. Οι κεραίες μου είχαν αρχίσει να σείονται από τη δόνηση. Τρύπωσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στα παλλόμενα ηχεία. Τώρα η δόνηση διαπερνούσε όλο μου το σώμα, για την ακρίβεια διαπερνούσε καθένα από τα τρία τμήματα που προανέφερα και που θα παραλείψω να επαναλάβω εδώ για λόγους οικονομίας. Και για να μη χαλάσω το σασπένς.
Σασπένς...

Tuesday, November 22, 2011

Λαϊκή γαρ

Κυκλοφορούν τόσα βλέμματα στη λαϊκή ελεύθερα. 
Άλλα ζυγίζουν τις πατάτες κι άλλα εσένα. 
Με τα μάτια χαϊδεύουν τα χόρτα 
με τα μάτια και τα μαλλιά σου.
Άλλα χαζεύουν τις ελιές κι άλλα εσένα.
Τα μάτια του καστανά είναι λαδί 
της μαρουλού είναι γκρίζα.
Της πορτοκαλού είναι μελί 
και του ψαρά γαλάζια.
Οι υπόλοιποι έχουν καστανά μάτια.
Μόλις πέσουν οι τελευταίες τέντες 
φορτωθούν τα τελευταία συμπράγαλα στις καρότσες
και τιναχτούν οι τελευταίες παλάμες στα μπατζάκια  
η λαϊκή τελειώνει κι ο ουρανός 
μπογιατίζει τα σύννεφα με όλες αυτές τις φλούδες
που ξέμειναν μέσα στα άδεια καφάσια. 
Μετά, τα βλέμματα συνεχίζουν τη δουλειά τους, 
δηλαδή διασταυρώνονται άθελά τους 
κι εσύ συνεχίζεις πάλι τη δουλειά σου, 
δηλαδή κάνεις το κορόιδο.