Saturday, February 19, 2011

Τα ανεπίδοτα (Ι)

Εγώ κι εσύ δεν θα βρεθούμε ποτέ 
το ξέρω κι όμως 
σε μελετώ σχολαστικά και σε συμπεριλαμβάνω
ακόμα και στο τραπέζι που στρώνω 
εσύ φέρνεις τα πιάτα κι εγώ σερβίρω
κι όλα κυλούν κανονικά
μου απευθύνεις το λόγο
μιλώ και μου απαντάς 
διαφωνώ, υψώνεις τον τόνο, κουβεντιάζουμε, σε αφήνω, έρχομαι ξανά, 
σε βρίζω, λυπάμαι, το λέω 
κι ενδιαμέσως γλιτώνω απ' την ανία και την τρέλα για λίγο
η εικόνα σου γεμίζει με χρώματα ξανά 
το στόμα σου πυρώνω
τα μάτια αστράφτω
τους ώμους σου γυμνώνω 
τα πόδια ελευθερώνω 
και δεν μιλάμε πια 
μιλάνε τα γεγονότα από μόνα τους
λίγο πολύ γνωστά σε όλους.

Tuesday, February 1, 2011

Arquitecto de la melancolía

Puedes pasar en el salón
las lámparas están esperando
a que las enciendas con tu voz
con esa misma voz que a mí me hace
en el dormitorio sentir
que solo existes tú
cuando entras en la cocina en este mundo
que solo tú colocas
con tus palabras cortas la melancolía
en las esquinas del suelo
cual polvo en el viento del balcón o
cual manchas sobre el cristal
del espejo del baño.



Αρχιτέκτων της μελαγχολίας 

Μπορείς να περάσεις στο σαλόνι
οι λάμπες περιμένουν
να τις ανάψεις με τη φωνή σου
με εκείνη την ίδια φωνή που εμένα με κάνει
στο υπνοδωμάτιο να νιώθω
ότι μόνο υπάρχεις εσύ
όταν μπαίνεις στην κουζίνα σε αυτόν τον κόσμο
ότι μόνο εσύ τοποθετείς
με τις κοφτές σου λέξεις τη μελαγχολία
στις γωνιές του δαπέδου
σαν να’ ναι σκόνη στον άνεμο του μπαλκονιού ή
λεκέδες πάνω στο τζάμι
του καθρέφτη του μπάνιου.

Saturday, December 11, 2010

Παραποιητική της μεταφυσικής

Ι.
Στα 85 μου μετέβην εις τόπον χλοερόν
και ξάπλωσα για πρώτη φορά γυμνός πάνω στο χώμα
- είχα ξαναξαπλώσει στην άμμο αλλά δεν είναι το ίδιο -
κι έγινα φυσιολάτρης,
λάτρεψα τα σκουλήκια κι αυτά εμένα,
γνώρισα και τη δροσιά την πρωινή
αλλά και τη μεσημεριανή,
την απογευματινή
και τη βραδινή
κάθε στιγμή μου ήτο δροσερή,
δεν έχω παράπονο,
και μετά ανεστήθη ως νεκρός εκ νεκρών τελείως
κι έχω μάλιστα προφίλ στο Facebook
ως Δευτέρα Απουσία.
  
ΙΙ.
Στο βάθος του ορίζοντα
ίσα που ξεπροβάλλουν δυο τρεις μαύρες κουκκίδες,
κι αναρωτιέμαι τι να κάνω ο δυστυχής,
να περιμένω λίγο ακόμα;
Είναι και τούτο δω το πέλαγος το αβάπτιστο
που θέλει ένα όνομα
σαν κάθε θάλασσα σαν τα βουνά
- μην είναι οι κάμποι; μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; -
Τι είναι η πατρίδα μας, Θησέα;
Τα πανιά μας μαύρα
γιατί ξεχάσαμε να βάλουμε λευκά.

ΙΙΙ.
Αν ήμουν σκύλος ράτσας αντί για μυρμήγκι
δεν θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα τώρα;
Θα είχα τον αφέντη μου θα μ’ έβγαζε βόλτα,
θα μου’ δινε να φάω και που και που
θα έπαιζε λιγάκι μαζί μου.
Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη.
Απ' το πρωί ως το βράδυ συλλέγω αποφάγια,
το βάρος των οποίων ξεπερνά συχνά μέχρι και τέσσερις φορές το δικό μου,
τα μεταφέρω στην τρύπα μου
και όσο διαρκεί αυτό
βλέπω τον κώλο του μπροστινού μου
κι ο πισινός τον δικό μου.

IV.
Όταν μικρύνω
θέλω να γίνω παπαράτσι
για να γλιστράω πιο εύκολα
στα στρινγκ των μοντέλων και στα σλιπ των επωνύμων.
Για να τρυπώνω στις κούρσες, τις βίλες και τις πισίνες
και να φωτογραφίζω τη χλίδα να φιλιέται.
Και να διαλέγω τις πόζες εγώ
και όχι οι πόζες εμένα.
Να τι θέλω να γίνω
όταν μικρύνω!

V.
Πάμε να φύγουμε τώρα!
Εδώ μέσα έχει ανθοδοχεία μόνο για χοντρές,
είπε ένα λεπτό γαρίφαλο στο αυτί της ιδιοκτήτριας της.

VI.
Θα ξυπνήσουμε ένα πρωί
και θα ’χει μπει ο χειμώνας.
Και τότε θα ψάξουμε ένα μάλλινο
αλλά δεν θα θυμόμαστε που το’ χουμε βάλει
ή τι θα πει μάλλινο
και θα ψάξουμε μια έξτρα κουβέρτα
και δεν θα θυμόμαστε που την έχουμε βάλει
ή τι θα πει κουβέρτα,
εκτός αν ξέρουμε λατινικά,
οπότε θα καταλάβουμε ότι έχει να κάνει
με το σκέπασμα και το καλύπτω
και θα ανακαλύψουμε ότι ο χειμώνας ήταν ως τώρα καλυμμένος,
συγκαλυμμένος ή συμπυκνωμένος
σε μια στιγμή στιγμής σαν να σπας ένα κλάσμα στη μέση,
δηλαδή σαν να πιάνεις τη γραμμή του απ' την άκρη
και να αφήνεις τον αριθμητή
και τον παρονομαστή
έωλους
και μ’ αυτή τη γραμμή στο χέρι αρχίζεις και τους κοπανάς αυτούς τους δύο
μια στον αριθμητή
μια στον παρονομαστή
μέχρι να τους κόψεις στη μέση
και μετά ξυπνάς από το άσχημο όνειρο
και είναι πια χειμώνας,
χωρίς χιόνι αλλά με το κρύο του χιονιού
που σε σκεπάζει σαν μάλλινη κουβέρτα,
σε ενοχλεί και σε τέρπει μαζί,
όπως καθετί αγαπημένο
τι μπανάλ, θα μου πείτε,
μα τι στερεότυπο πια
αυτό είναι ο χειμώνας:
η αγάπη.

VII.
Πρόσεχε γιατί θα πέσεις!
Και μετά έπεσε.
Ε, αυτό το πρόσεχε τι χρειαζόταν;

VIII.
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
(Το ξέρω ότι αυτό είναι από άλλο ποίημα αλλά το δανείζομαι για να αρχίσω το δικό μου. Αλλιώς, τι να πω; Σα βγεις στην Εθνική Οδό Αθηνών - Πατρών;)
Σα βγεις, λοιπόν, στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να’ ναι μακρύς ο δρόμος
(Να τα πάλι! Ναι ρε παιδιά, κι αυτό το δανείζομαι γιατί έτσι μ' αρέσει, δηλαδή τι, να πω καμιά μαλακία του τύπου να επιθυμείς την επιμήκυνση του δρόμου;)
Σα βγεις, πάμε ξανά, στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να’ ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις
(Μια στιγμή, περιμένετε! Μη βαράτε ρε, η δουλειά του παραφραστή είναι δύσκολη...)
 
IX.
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής
σκοτώθηκε ένας 22χρονος
εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος.
Να πούμε ακόμα ότι δεν φορούσε κράνος
και ότι σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση,
ο άτυχος νέος είχε κάνει υπερκατανάλωση αλκοόλ.
- Σε ευχαριστούμε πολύ, να περάσουμε στο εξωτερικό δελτίο τώρα...

X. 
Στο τηλεοπτικό παιχνίδι, το Κυνήγι του Ταλαιπωρημένου Θησαυρού, υπάρχουν δύο ομάδες: η ομάδα που πρέπει να κρύψει τον θησαυρό και η ομάδα που πρέπει να τον βρει. Όσο η δεύτερη ομάδα ψάχνει τον θησαυρό η πρώτη τον κρύβει, και όσο η πρώτη τον κρύβει, η δεύτερη τον ψάχνει. Οι κριτές και το κοινό βαθμολογούν κάθε ομάδα με βάση την επινοητικότητα, την ταχύτητα και την επιμονή που επιδεικνύουν τα μέλη της στην αναζήτηση κρυψώνας και στην ανακάλυψή της αντίστοιχα. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που στο τέλος της ωριαίας δοκιμασίας θα έχει λάβει τις περισσότερες ψήφους. Επειδή το εν λόγω τηλεοπτικό πρόγραμμα προβάλλεται ζωντανά, παρακολουθούμε το εξής παράδοξο: Στην αρχή της εκπομπής, όσο η πρώτη ομάδα αναζητά ένα μέρος για να κρύψει το θησαυρό, η δεύτερη ομάδα προσποιείται ήδη ότι ψάχνει για το θησαυρό. Και μάλιστα στα πιο απίθανα μέρη. Για παράδειγμα, κι ενώ η αντίπαλη ομάδα έχει ακόμα στα χέρια της το θησαυρό, κάποια μέλη της άλλης ομάδας τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις ρίχνοντας ματιές δεξιά αριστερά, σκύβοντας κάτω για να κοιτάξουν μέσα σε σχισμές και ανοίγματα, κτλ, ενώ όπως προειπώθηκε, η αντίπαλη ομάδα, ακόμα με το θησαυρό στο χέρι, συσκέπτεται για το πού θα τον κρύψει. Ομοίως, όσο η δεύτερη ομάδα έχει βρει το θησαυρό και τον κραδαίνει επιδεικτικά προς τέρψιν των τηλεθεατών, η πρώτη ομάδα προσποιείται ότι αναζητά κρυψώνα και - το χειρότερο - ότι βρίσκει την ιδανική κρυψώνα, όπου μάλιστα τοποθετεί και τον θησαυρό, σίγουρη ότι η αντίπαλη ομάδα δεν θα τον βρει! 
Προφανώς, όλα αυτά δεν τα βλέπουν οι τηλεθεατές γιατί οι κάμερες που καλύπτουν τα διαδραματιζόμενα στο πλατώ δεν μεταδίδουν όλες τις εικόνες ταυτόχρονα αλλά με τη διαδοχικότητα που επιλέγει ο σκηνοθέτης, έτσι ώστε να δημιουργηθεί αυτό που στη Νεοελληνική γλώσσα καλούμε σασπένς.



Friday, December 10, 2010

L' infante - Caravaggio, circa 1600 A.D.

El ciclamen

¿Qué será de mí
desconocido entre desconocidos
yo,
sin primavera ni otoño ya
sin que muchos ojos vean
mi púrpura
cerca del mar y arriba en el monte
creceré espontáneo
es decir por mí
solo
y de consuelo me servirán mis propias hojas
forma corazón y espesas para diseminarme yo
por todas partes.

Το κυκλάμινο

Τι θα απογίνω εγώ,
άγνωστο μεταξύ αγνώστων 
εγώ,
χωρίς άνοιξη και φθινόπωρο πια
και χωρίς πολλά μάτια να βλέπουν
το μωβ μου
κοντά στη θάλασσα και ψηλά στο βουνό
θα αναπτύσσομαι αυτοφυώς,
δηλαδή από μόνο
μου,
και για παρηγοριά θα'χω τα φύλλα μου
καρδιοειδή και πυκνά παντού να διασπείρομαι
εγώ.