Tuesday, September 28, 2010

Οργασμός παντού(μ)*

Με την ανάσα που βγαίνει μες απ'τα χείλη
γλιστράς στο κορμί μου χαρίζοντας ρίγη
κι όλα τα μόρια που ταλαντώνουν την ύλη
στριμώχνουν τη δύναμη μην τύχει και φύγει.

Γλιστράς στο κορμί μου χαρίζοντας ρίγη
στις ζώνες διάρρηξης δονούνται οι πλάκες
στριμώχνουν τη δύναμη μην τύχει και φύγει
κι αρχίζουν απότομα να κάνουνε τράκες.

Στις ζώνες διάρρηξης δονούνται οι πλάκες
μετατοπίζουν τα μήκη και πλάτη της χώρας
κι αρχίζουν απότομα να κάνουνε τράκες
τα λιγοστά δευτερόλεπτα στη στράτα της ώρας.

Μετατοπίζουν τα μήκη και πλάτη της χώρας
μάχη σκληρή δώσανε σώμα με σώμα
τα λιγοστά δευτερόλεπτα στη στράτα της ώρας
έγιναν λάβα που αργοσαλεύει στο χώμα.

Μάχη σκληρή δώσανε σώμα με σώμα
κι άλαλα μένουν σαν άλατος στήλη
μόνο τα θέσφατα ρέουν τώρα στο στόμα
με την ανάσα που βγαίνει μες απ'τα χείλη.


_____________________________________________________________
*Παραθέτω μια επεξήγηση του παντούμ από τις Σημειώσεις του Γ. Σεφέρη: "Το παντούμ είναι στιχουργική μορφή που ξεκίνησε από την Μαλαισία και καθιερώθηκε στην Ευρώπη από τον Ουγκό. Αποτελείται από τετράστιχες στροφές με σταυρωτή ομοιοκαταληξία, ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής γίνονται ο πρώτος και ο τρίτος της επομένης. Ο αριθμός των στροφών είναι ακαθόριστος, όμως ο τέταρτος στίχος της τελευταίας στροφής οφείλει να είναι ο ίδιος με τον πρώτο στίχο της αρχικής".


Sunday, September 26, 2010

Γιατί θες να φύγεις, πού θα πας;

Αν και μετακόμισα στο διαμέρισμα που μένω σήμερα πριν από ένα χρόνο και βάλε, πουθενά δεν εμφανίζεται το δικό μου όνομα, πέραν του σχετικού μισθωτήριου συμβολαίου αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία. Έτσι εξακολουθώ να ζω με τα φαντάσματα του παρελθόντος, και δεν εννοώ τα δικά μου που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν με εγκαταλείπουν, αλλά αυτά που κατοικούσαν στο εν λόγω διαμέρισμα και που προστέθηκαν στην παρέα χωρίς να γνωρίζουν το ένα το άλλο.
Στο θυροτηλέφωνο της εισόδου της πολυκατοικίας κατοικεί ο κ. Γ. Παπαχρήστου, οδοντίατρος. Στη θυρίδα με την αλληλογραφία η κα. Μαρ. Πετρίδου-Χαραλάμπους. Στο κουδούνι έξω από την πόρτα μου ο Λευτ. Προκοπίου. Στο λογαριασμό της ΔΕΗ που λαμβάνω ο κ. Αναστάσιος Τσερίγος. Στο λογαριασμό ΕΥΔΑΠ η κα. Άννα Ελευθεροπούλου. Στο λογαριασμό του ΟΤΕ ο κ. Νικόλαος Κουλούρης.
Όλοι οι παραπάνω κατοίκησαν στο διαμέρισμα που μένω και ο καθένας από αυτούς πρόσθετε το όνομά του στον κατάλογο των ενοίκων, καταναλωτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, συνδρομητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών κτλ. που για κάποιο χρονικό διάστημα έμειναν ή έκαναν χρήση του χώρου που τώρα ορίζεται ως το σπίτι μου.
Καταλαβαίνω ως ένα βαθμό ότι το να σε λένε Άννα Ελευθεροπούλου το πρωί που πας να πληρώσεις την ΕΥΔΑΠ και λίγα τετράγωνα πιο κάτω Αναστάσιο Τσερίγο επειδή πας να πληρώσεις τη ΔΕΗ δεν είναι και τόσο μεγάλο πρόβλημα. Διχασμένες προσωπικότητες υπήρχαν πάντα. Όμως η δική μου περίπτωση περιπλέκει κάπως περισσότερο τα πράγματα. Θα σας αναφέρω το απλό παράδειγμα κάποιου που θέλει να έρθει για πρώτη φορά στο σπίτι μου. Καταρχάς δεν είναι απαραίτητο να θυμάται ή να ξέρει το όνομά μου, εκτός ίσως από τη στιγμή που θα καταφέρει να μπει στο διαμέρισμά μου και κατά της διάρκεια μιας θερμής χειραψίας ή ενός εναγκαλισμού θα θελήσει να αναφωνήσει με ανακούφιση επιτέλους σε βρήκα ρε ... μαλάκα. Το πρώτο που πρέπει να θυμάται είναι ότι ονομάζομαι Γ. Παπαχρήστου και ότι είμαι οδοντίατρος. Κι αυτό γιατί υπάρχει κι άλλος Γ. Παπαχρήστου στο κτήριο, αγνώστων επαγγελματικών στοιχείων. Βασικά αυτός υπάρχει πραγματικά, δηλαδή τον έχω γνωρίσει τον άνθρωπο ενώ τον οδοντίατρο τον ενσαρκώνω εγώ κατ΄ανάγκη. Έπειτα πρέπει να ξέρει ότι στη θυρίδα με την αλληλογραφία με λένε Μαρία Πετρίδου-Χαραλάμπους και αυτό είναι κρίσιμο γιατί εκεί αναγράφεται ότι μένω στον 5ο όροφο. Παρένθεση: ξέχασα να αναφέρω ότι το θυροτηλέφωνο δεν λειτουργεί εντελώς, εγώ ακούω αυτόν που με καλεί από τον δρόμο ενώ ο έξω στο δρόμο ακούει τα πάντα εκτός από εμένα. Άρα το να τσεκάρει μια προς μια τις θυρίδες αλληλογραφίας στην είσοδο της πολυκατοικίας αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα για αυτόν που έχει θέσει ως στόχο να με επισκεφτεί. Μπορεί βέβαια να αφεθεί στην περιπλάνηση εντός του κτηρίου παίρνοντας τις σκάλες, όμως πολύ φοβάμαι ότι οι πέντε όροφοι (συν τον ημιόροφο έξι) με τα οκτώ διαμερίσματα ανά όροφο θα τον εξαντλήσουν σύντομα και ενδέχεται να αποχωρήσει πριν καν διαβάσει το όνομα Λευτ. Προκοπίου στο κουδούνι μου, το οποίο είναι το άλλο στοιχείο που πρέπει οπωσδήποτε να θυμάται.
Μα καλά, θα μου πεις, κινητό δεν έχει αυτός ο μαλάκας να πάρει εσένα, τον άλλο μαλάκα, για να του εξηγήσεις να ανέβει στον πέμπτο και να τελειώσει εκεί το θέμα;
Όχι, βρισκόμαστε στο 1993 και κανένας ακόμα δεν έχει κινητό, τουλάχιστον κανένας από όσους γνωρίζω, εντάξει;

Monday, August 16, 2010

35


λεπτά, πάνω κάτω, αρκούν και περισσεύουν για να διαβάσεις αυτό το κείμενο. Δεν χρειάζεσαι χρονόμετρο ούτε απαιτείται να προσαρμόσεις το ρυθμό της ανάγνωσης. Δεν είναι ανάγκη να το πας αργά ή γρήγορα. Έχει υπολογιστεί μέχρι και μια μικρή παύση που ενδέχεται να κάνεις για να βάλεις ένα ποτήρι νερό, να απαντήσεις ένα σύντομο τηλεφώνημα ή να πας τουαλέτα. Είσαι ο μέσος αναγνώστης, δηλαδή μια μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιώ για τον υπολογισμό των δικών μου πράξεων και την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων στη δική μου φυσική θεωρία. Είσαι η σελίδα που γεμίζω με σκέψεις ή καλύτερα η οθόνη του φορητού στον οποίο πληκτρολογώ σκέψεις, εγώ αρχίζω μια σκέψη και την τελειώνεις εσύ. Και μετά προχωρώ σε μια νέα σκέψη και τη μοιράζομαι με εσένα και εσύ αν θες την τελειώνεις πάλι ή την μοιράζεσαι με κάποιον άλλο ή την πετάς στα σκουπίδια. Κάποιες φορές είσαι η ίδια η σκέψη που κάνω, οπότε δεν χρειάζεται καν να τη μοιραστώ μαζί σου γιατί ταυτίζεσαι με το περιεχόμενο της σκέψης αυτής μιας και είσαι ο πυρήνας της. Αν τώρα αφήσω τη σκέψη αυτή που σε περιέχει να ταξιδέψει με τον άνεμο γίνεσαι εν τέλει άνεμος και αν κοντά υπάρχει θάλασσα γίνεσαι θαλασσοταραχή και αν υπάρχει παραλία με άμμο γίνεσαι αμμοβολή και ούτω καθεξής. Είσαι μια λέξη που ψάχνει για μια άλλη λέξη με την ελπίδα να ζευγαρώσει και μετά ακολουθούν άλλες λέξεις που επίσης ψάχνουν για ζευγάρωμα. Είσαι όλα αυτά που μπορώ να κάνω με τα σημεία στίξης καθώς και τα κλιτά και άκλιτα μέρη του λόγου. Είσαι η ανωνυμία, η επωνυμία, η παρωνυμία, και όλα αυτά μπορεί να γίνουν επικίνδυνα όπλα στα χέρια μου και στα χέρια σου. Είσαι η μεταφορά που κλέβω συχνά για να συγκολλήσω θραύσματα της πραγματικότητας που βρίσκω σκόρπια τριγύρω. Είσαι η υπομονή με την οποία σου αναφέρω κάθε ώρα και στιγμή μέσα σε μια φράση, η απόπειρα που κάνω να συμπυκνώσω το χρόνο σε λέξεις, να χωρέσω το χρόνο στα γράμματα και στα διαστήματα ανάμεσα τους, όπερ μάταιο. Είσαι και ο χρόνος απέξω που περιμένει, μπαίνει μέσα, με εξετάζει, βγαίνει έξω, καπνίζει ένα τσιγάρο, περιμένει, έρχεται μέσα και μου λέει να φύγω. Είναι φορές που ο χρόνος σταματάει, δηλαδή εσύ, αναγνώστη, μπορείς να διακόψεις την ανάγνωση αυτού του κειμένου, εγώ όχι. Είναι φορές που ο χρόνος δεν περνάει από πάνω σου αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν περνάει από κάτω σου, από μέσα σου, από δίπλα σου, από πίσω σου ή από μπροστά σου... Ο χρόνος φοβάται τον καθρέφτη και την ονειροπόληση. Ακριβώς αυτά που φοβάσαι κι εσύ. Αλλά ο χρόνος είναι αδίστακτος - κι εσύ μπορεί, μπορεί και όχι - αλλά είναι στιγμές που ο χρόνος δεν ψάχνει στις μικρές αγγελίες αυτό που θέλει αλλά το βρίσκει μπροστά του αμέσως, σχεδόν σκοντάφτει πάνω του και τότε γεια σου, αναγνώστη, γεια σου.
Δεν υπάρχει ανάγνωση χωρίς απώλεια, είναι η σκέψη που χάνεις και η σκέψη που δίνεις, είναι ο χρόνος που χάνεις και ο χρόνος που δίνεις, είναι μια φράση που σε ακινητοποιεί, το έλυτρο μιας λέξης που δεν ξέρεις, ένα τοπίο που σταματάς για να θαυμάσεις, μια ματιά που σε καρφώνει και την καρφώνεις κι εσύ. Δεν θέλω να γράφω αλλά δεν μπορώ να μην γράφω. Ούτε θέλω να διαβάζω αλλά δεν μπορώ να μη διαβάζω. Θέλω να είμαι σαν να μην είμαι και πάλι δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω και δεν θέλω ή ότι μπορώ και δεν μπορώ. Υπάρχει μια πραγματικότητα που τη μοιραζόμαστε όλοι και μετά τίποτα, εγώ δεν μπορώ να εισχωρήσω στη δική σου και εσύ δεν μπορείς να εισχωρήσεις στη δική μου και αυτό είναι το μόνο που μας ενώνει. Υπάρχει κοινή ζωή, κοινή πορεία, κοινό ταμείο και άλλα κοινοτικά αγαθά αλλά τίποτα δεν γίνεται ποτέ κοινό κτήμα, η κοινότητα αγνοείται από την κοινότητα και καθετί κοινό αποκτάται προσωρινά από κοινού και χάνεται οριστικά από κοινού, όχι πάντοτε ταυτόχρονα, συνήθως ετεροχρονισμένα. Ταυτόχρονα είναι μια λέξη που θα τη συναντήσεις μια δυο φορές στη ζωή σου να συμβαίνει παρά το ότι τη χρησιμοποιείς συχνά. Ετεροχρονισμένα είναι μια λέξη που θα τη χρησιμοποιήσεις σπάνια ενώ θα τη συναντάς συνέχεια. Σαν την αγάπη. Που τη συναντάς συνέχεια αλλά τη χρησιμοποιείς ετεροχρονισμένα. Ή τη χρησιμοποιείς ταυτόχρονα αλλά τη συναντάς σπάνια. Η αγάπη δεν υπάρχει σε τίποτα από όσα αγαπάς, η αγάπη έρχεται όταν μαθαίνεις να αγαπάς όσα υπάρχουν. Δεν χρειάζεσαι την αγάπη, αναγνώστη, χρειάζεσαι μόνο αγάπη. Με δυο λόγια, σ’ αγαπώ, δεν χρειάζεται να στο πω, το ξέρεις, δεν ξέρεις γιατί σ’ αγαπώ τόσο, πόσο, πότε, πού, αλλά εγώ σ’ αγαπώ και σε αγαπάω, όποια κατάληξη κι αν επιλέξεις. Είναι τέτοια η αγάπη που μοιάζει με την αφρισμένη θάλασσα κάνα δίωρο πριν τη δύση του ήλιου, όχι εκείνο το μελί ηλιοβασίλεμα των πόστερ αλλά το εκτυφλωτικό λευκό της επιφάνειάς της, όμοιο με κυματιστό ασημόχαρτο στον αερόθερμο φούρνο του Ιούλη. Είναι τέτοια η αγάπη που θα καταφύγω στην κατασκευή μιας άλλης εικόνας τώρα, κάπως πιο χειμερινής, μοιάζει λοιπόν η αγάπη με την παγωμένη θλίψη ενός δέντρου τον Δεκέμβρη, όχι εκείνο που έχει χάσει όλα του τα φύλλα στο έδαφος αλλά αυτό που μαστιγώνεται από το βοριά και προσπαθεί να σταθεί όρθιο στη γη.
Είναι φορές που και η γη δεν θέλει να είναι η γη και ξερνάει τα έγκατά της, κατουριέται πάνω της, βρυχάται σαν άγριο ζώο, τσινάει. Η γη, αναγνώστη, είναι το μέρος που κατοικούσες μέχρι πριν από λίγο, δεν ξέρω να σου πω πότε ακριβώς αλλά πρέπει να το θυμούνται οι παππούδες σου, ρώτα τους. Εσύ κατοικείς στο διαδίκτυο, κάθε φορά με ολοένα και πιο φθηνές χρεώσεις. Είσαι παιδί του κυβερνοχώρου (εμού συμπεριλαμβανομένου), εφόσον γεννήθηκες προ του ‘93 και πεδί της νέας ελινικής γλόσας εφόσον γεννήθηκες μετά. Εσύ, αναγνώστη, είσαι ο σκοπός και η αιτία, το σημαίνον και το σημαινόμενο, η ημέρα που θέλω να κοιμάμαι και η νύχτα που θέλω να ξενυχτάω. Είσαι όλοι οι καιροί, οι διαθέσεις, οι ορέξεις, οι γνώμες, οι προσανατολισμοί, οι αναμνήσεις, οι χωρισμοί, τα οπτικοακουστικά περιβάλλοντα και εγκαταστάσεις, οι πράξεις, οι λόγοι, οι φορές, οι ασθένειες, τα ποιήματα, η μουσική, τα βασικά χρώματα, οι αγκαλιές, οι λέξεις, οι ματιές, οι αισθήσεις, οι μύθοι, οι φωνές. Είσαι το μενού που κοιτάω πάντα για να παραγγείλω τελικά το πιάτο ημέρας που δεν υπάρχει στο μενού αλλά μου το λέει με τρόπο ο σερβιτόρος και με βγάζει έτσι από την αμηχανία και την αναποφασιστικότητα. Είσαι αυτά που σου αρέσουν και αυτά που μου αρέσουν χωρίς να συμπίπτουν απαραίτητα αυτά τα δύο. Είσαι πια ένα κομμάτι του εαυτού μου, εσύ γνωρίζεις ένα κομμάτι του εαυτού μου καλύτερα, εσύ σκέφτεσαι για μένα κάτι που δεν σκέφτομαι εγώ, εσύ είσαι καλύτερος από μένα σε αυτό, καλύτερος από μένα και σε άλλα, καλύτερος, καλύτερος, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις, καλύτερα, δεν χρειάζεται να το ξέρεις, εσύ απλά είσαι αυτό που εσύ είσαι για μένα.

Sunday, August 1, 2010

30 de julio

Todo este papel de plata

que cubre la superficie del mar

en esta tarde del julio,

apenas un par de horas antes de la puesta del sol,

es decir antes de que se despertasen otras gentes en otros sitios,

se pone para que mañana vuelva a tener delante de mis ojos

el horizonte y el cielo y el mar

unidos bajo la misma masa de luz y el mismo tono de azulado

y de ser así engañarme de nuevo de que el tiempo no existe

de que todo es una mentira

y hacer creer que por poco haya descubierto la verdad.

Tuesday, July 20, 2010

Τα παιδιά που ήμασταν

Κάποτε, όχι πολύ μακριά από σήμερα, τα παιδιά που ήμασταν και τα παιδιά που δεν ήμασταν ή δεν ξέραμε ότι ήμασταν, παίζαμε μαζί στη γειτονιά που είχαμε, που ξέραμε ότι είχαμε και που δεν υποψιαζόμασταν ότι θα χάναμε. Στη γειτονιά παίζαμε τα παιχνίδια που ξέραμε ή νομίζαμε ότι ξέραμε, πάντως μαθαίναμε να παίζουμε μαζί και να διαφωνούμε ταυτόχρονα επειδή δεν ξέραμε να ξεχωρίζουμε το δίκαιο από το άδικο, ήμασταν παιδιά και αυτό άλλοτε το ξέραμε και άλλοτε όχι.
Πολλές φορές, τα παιδιά που ήμασταν παίζαμε παιχνίδια ενηλίκων και τότε, εφόσον οι ενήλικοι μας πιάνανε να παίζουμε τα παιχνίδια τους, μας μάλωναν παρά το ότι δεν ξέραμε ότι παίζαμε τα παιχνίδια τους, δηλαδή δεν μας αναγνώριζαν καν το ακαταλόγιστο λόγω ηλικίας, όπως θα γινόταν αν είχε επέμβει ο εισαγγελέας, ο οποίος θα έθετε την υπόθεση στο αρχείο με συνοπτικές διαδικασίες.
Τα καλοκαίρια τα παιδιά που ήμασταν κάναμε διακοπές αναγκαστικά οικογενειακά μαζί με άλλα αναγκαστικά οικογενειακά παιδιά και αυτό δεν ήταν αναγκαστικά κακό. Όμως, στις διακοπές καλό θα ήταν τα παιδιά που ήμασταν να μαθαίναμε να κάνουμε διακοπές μόνα μας γιατί έτσι θα δοκιμάζαμε λίγο από την ελευθερία των ενηλίκων που μέχρι τότε δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε την ύπαρξή της, παρά το ότι χρησιμοποιούσαμε τη λέξη ελευθερία σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως στο φτου ξελεφτερία, αν και το συγκείμενο της εν λόγω χρήσης δεν μας βοηθούσε να φτάσουμε στο μεδούλι της συγκεκριμένης έννοιας. Βέβαια, η άγνοια της έννοιας της ελευθερίας δεν σημαίνει ότι τα παιδιά που ήμασταν ή μας έλεγαν ότι ήμασταν δεν δοκιμάζαμε μικρές μπουκιές ελευθερίας στις οικογενειακές διακοπές. Για παράδειγμα, όταν οι γονείς ξάπλωναν αναγκαστικά για τη μεσημεριανή σιέστα, τα παιδιά που ήμασταν προσποιόμασταν ότι κοιμόμασταν αναγκαστικά στα διπλανά κρεβάτια ή ράντζα ή στρώματα και μόλις αντιλαμβανόμασταν ότι οι γονείς βλέπουν όνειρα, σηκωνόμασταν και περπατώντας στις μύτες των ποδιών μας βγαίναμε στην αυλή, στον κήπο ή στην παραλία (την ανοργάνωτη, εννοείται) και παίζαμε μαζί με όσα παιδιά είχαν καταφέρει να σκεφτούν το ίδιο με μας και να πράξουν το ίδιο με μας και τότε παίζαμε ελεύθερα, δηλαδή χωρίς την επιτήρηση των γονιών, χωρίς καπέλο και αντηλιακή προστασία. Και καταλαβαίναμε τι θα πει ελευθερία, χωρίς να μπορούμε να την ορίσουμε με λέξεις, αμέσως μόλις ξυπνούσε κάποιος από τους γονείς – πραγματικά αρκούσε ένας γονιός για να καταστρέψει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το παραλήρημά μας – και να αρχίσει να φωνάζει ένα όνομα από τα παιδιά που ήμασταν, γιατί τότε ξέραμε σίγουρα ότι ήμασταν παιδιά, αν ήμασταν ενήλικες κανείς δεν θα μας αναζητούσε. Μόνο που αυτή η απότομη στέρηση της ελευθερίας άφηνε στην άμμο ημιτελή κάστρα, κυνηγητά χωρίς θηράματα, κρυφτά χωρίς αποκαλύψεις, ρακέτες χωρίς αποδέκτες, μπάλες χωρίς «μήλα» και ούτω καθεξής.
Τότε, τα παιδιά που ήμασταν αναγκαστικά επιστρέφαμε με απορία, θυμό και αγανάκτηση στα δωμάτια για να ακούσουμε από τους γονείς, εφόσον είχαν ξυπνήσει, ότι αυτό που κάναμε δεν πρέπει να το κάνουμε γιατί ήμασταν ακόμη παιδιά, και αν αυτοί δεν είχαν ξυπνήσει, περιμέναμε αναγκαστικά μέχρι να σηκωθούν για να ακούσουμε ότι αυτό που κάναμε δεν πρέπει να το κάνουμε γιατί ήμασταν ακόμη παιδιά, πράγμα που γνωρίζαμε ήδη από τους άλλους γονείς ή έστω υποψιαζόμασταν γιατί ως παιδιά που ήμασταν μπορεί να ξέραμε λίγα, υποψιαζόμασταν όμως πολύ περισσότερα από όσα νομίζαμε τότε.

Friday, July 9, 2010

XIII

Leve, leve, muito leve,
Um vento muito leve passa,
E vae-se sempre muito leve.
E eu n
āo sei o que penso
Nem procuro sabel-o.


FERNANDO PESSOA, Poesias completas de Alberto Caeiro, Editorial PRE-TEXTOS, 2000, pag. 90

Monday, June 21, 2010

Στην προηγούμενη ζωή μου

Ήμουν και τότε άνθρωπος παρά το ότι έμοιαζα με σκύλο (αυτό, μάλλον θα προερχόταν από την επόμενη). Με είχε γεννήσει ένας Φώτης και μια Αγγέλικα. Δυο μικρά παιδιά ορφανά που συνεννοηθήκανε, όταν ψηλώσουν, να παντρευτούνε και να γεννήσουν εμένα για να τα υιοθετήσω. Έτσι κι έγινε. Και όλα πήγαιναν καλά όσο ήμουνα κι εγώ παιδί. Μόλις, όμως, είπα να μεγαλώσω κάτι μπερδεύτηκε μέσα μου. Δεν ήξερα.

Άρχισα λοιπόν να παρατηρώ τους άλλους ανθρώπους, να μάθω πώς είναι ο μεγάλος. Στο τέλος, και μετά από πολύ εκτεταμένες και σε βάθος έρευνες, κατέληξα ότι οι μεγάλοι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: αυτοί που βάζουν το χαρτί υγείας στην τουαλέτα να τρέχει με την άκρη του χαρτιού πάνω από το ρολό και αυτοί που το βάζουν να τρέχει από κάτω. Στη συνέχεια, κατέληξα ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις κρεμάστρες στη ντουλάπα: αυτοί που βάζουν το άνοιγμα της κρεμάστρας να κοιτάει προς τα μέσα και οι άλλοι προς τα έξω. Τώρα, αυτά τα δύο είμαι σίγουρη ότι κάπως συνδέονται αλλά δεν ξέρω πώς. Αφότου έκανα την ανακάλυψη αυτή, κάθε φορά που πήγαινα σε ένα σπίτι, με την πρώτη ευκαιρία πήγαινα στην τουαλέτα για να δω πώς ήταν τοποθετημένο το χαρτί και να σχηματίσω άποψη για τον οικοδεσπότη. Περνώντας τα χρόνια, προχώρησα λίγο και όταν έβρισκα το ρολό με την άκρη του χαρτιού από κάτω το διόρθωνα γιατί εγώ ανήκω στην άλλη κατηγορία.

Επίσης, ένα από τα ωραιότερα πράγματα στην προηγούμενη ζωή μου ήταν οι πατάτες οι τηγανητές. Μόνο που ποτέ δεν τις ευχαριστιόμουν γιατί τις φύλαγα να τις φάω με την ησυχία μου στο τέλος, αφού θα είχα ολοκληρώσει το καθήκον του υπόλοιπου φαγητού. Και τότε πια, δυστυχώς, χάνανε όλη τους τη νοστιμιά. Και τότε σκέφτηκα ότι στην επόμενη ζωή μου θα τρώω πρώτα τις πατάτες, αφού αυτές είναι που μ΄ αρέσουν. Και μετά, αφού πέρασαν χρόνια πολλά, κατάλαβα ότι συχνά την πατάμε και ζούμε την τωρινή μας ζωή σαν να ήταν η προηγούμενη και ούτω καθεξής. Έτσι, αποφάσισα να τρώω τις πατάτες πρώτα από τώρα και να μην περιμένω την επόμενη ζωή μου, και αυτή υπήρξε η αρχή της επόμενης ζωής μου μέσα στην προηγούμενη.


Η προηγούμενη ζωή μου ανήκει στη Γαρουφαλιά Λυγερού, ή μάλλον αυτό που της ανήκει είναι το σχετικό κείμενο και όχι η προηγούμενη ζωή μου γιατί αν ήμουν σε θέση να γνωρίζω σε ποιον ανήκει η ζωή, η προηγούμενη και η επόμενη, εφόσον υπάρχει διαδοχή ζωών, δεν θα ήμουν εδώ όπως αντιλαμβάνεστε, αλλά θα είχα κάνει τρελή μπίζνα...Την ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση άδειας ανάρτησης του κειμένου της στο μπλογκ μου και είμαι σίγουρος ότι θα ακολουθήσει η φιλοξενία και άλλων κειμένων της γιατί η διαμονή εδώ είναι δωρεάν, βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης εύκολα προσβάσιμο με το όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και περιλαμβάνει όλα τα γεύματα χωρίς κανένα αντάλλαγμα.