Tuesday, May 15, 2012

Ακυκλοφόρητο ηλιοβασίλεμα


Να,
όποιος δεν έχει με τι να ασχοληθεί, 
στις 20:16,
κάθεται και φωτογραφίζει ηλιοβασιλέματα με συννεφιές
και αυτομάτως εμφανίζονται οι ακεφιές
και καπάκι το γνωστό άσμα
και αφού τελειώσει ο σκοπός μες το μυαλό
και μπει διπλή γραμμή μετά την τελευταία νότα
ανηφορίζει η σκέψη σε μια άλλη μέρα
-χωρίς σάουντρακ αυτή τη φορά-
και εκεί αποκαλύπτεται διαδοχικά
η διαδρομή ενός χαδιού πάνω στο δέρμα
που καταλήγει σε αναστεναγμό 
τόσο βαθύ
τόσο γκρεμό
τόσο πολύ ενός ιλίγγου η φόρα
αλλά ευτυχώς με συγκρατείς
όχι με τα χέρια μα με τα μάτια
που με κοιτούν με δύναμη 
σαν βεντούζες
και απορροφούν τους κραδασμούς 
αυτού τα σκαμπανεβάσματος
που λίγο έλειψε να με στερήσει από σένα
εσένα που σου στερώ ακόμη
μια πιθανή ύλη
ένα καινό στοιχείο
και το μεγάλο μου αντίο στο παρελθόν
που με έχει σημαδέψει 
όπως η τραυματισμένη απεραντοσύνη του ουρανού
καθηλώνει αυτήν εδώ τη στιγμή
αυτήν εδώ την ώρα.

Friday, May 11, 2012

Νέα Ανεπίδοτα (VI)

Believe me,
you make me unbelievable.

Thursday, May 10, 2012

Η αλήθεια για το αλατοπίπερο

Η αλήθεια για μένα και η αλήθεια για σένα μοιάζει με τα δύο μικρά δοχεία του αλατιού και του πιπεριού πάνω στο τραπέζι. Ενώ συμφωνούμε ότι το φαγητό είναι θαυμάσιο, εσύ θέλεις λίγο αλάτι ακόμα ενώ εγώ λίγο πιπέρι, αλλά τελικά δεν γίνεται πιο νόστιμο το φαγητό από ότι ήδη είναι, διότι η συνήθεια του να τρως εσύ τα φαγητά λίγο πιο αλμυρά κι εγώ λίγο πιο πικάντικα είναι αυτό που μας ωθεί στο να τα αλατοπιπερώνουμε για να προσεγγίζουμε τη γεύση με την οποία είμαστε εξοικιωμένοι. Το φαγητό μας περιμένει και το περιμένουμε κάθε μέρα και συμφωνούμε σε αυτή την κοινή μας ανάγκη που μεταμορφώνεται σε περιπέτεια όταν εσύ μπεις στην κουζίνα μου ή εγώ μπω στη δική σου. Κι αρχίζουμε το αλάτισμα που μπορεί να γίνει με αλάτι ψιλό ή αλάτι χοντρό, ρίχνοντάς το μέσα από πλαστικό ή γυάλινο δοχείο, πιάνοντάς το με τα δάχτυλα ή με ένα κουταλάκι και προχωράμε στο πιπέρωμα με πιπέρι σε σκόνη ή σε κόκκους, ολόκληρους ή φρεσκοτριμμένους εκείνη τη στιγμή, κόκκους κόκκινους, πράσινους, λευκούς ή μαύρους ή μείγμα πολύχρωμων κόκκων, καθώς οι συνδυασμοί είναι ανεξάντλητοι και είναι ακριβώς αυτοί οι συνδυασμοί - ή η μη εξάντλησή τους - που καθιστούν τη διαδικασία αλατοπιπερώματος συναρπαστική. Κατά βάθος, χωρίς να αδιαφορούμε για το τελικό αποτέλεσμα, θέλουμε απλά να φάμε και να απολαύσουμε ένα αξιπρεπές φαγητό για αυτό και οι κινήσεις μας γίνονται ασυνείδητα επειδή η κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης ξεπερνά αντιπαλότητες, έχθρες, διαφωνίες, ασυμβατότητες, διαφορετικότητες, διπολικότητες, ετερότητες, αντιξοότητες, διαμάχες, διχογνωμίες, διχασμούς, διχόνοιες, διφορούμενα, αντικρουόμενα, αντίθετα, αταίριαστα, ανακόλουθα, αμφιβολίες, αμφιλεγόμενα και ούτω καθεξής. Όσο προσθέτεις αλάτι προσθέτω πιπέρι, ή όσο μειώνεις την ποσότητα του αλατιού που συνήθως προσθέτεις αφαιρώ εξίσου την ποσότητα του πιπεριού που συνήθως προσθέτω ή το αντίστροφο. Αυτή είναι η αλήθεια εν τοις πράγμασι: συνεχείς αυξωμειώσεις του αλατοπίπερου που συνηθίζουμε να προσθέτουμε στο φαγητό ελέγχοντας τη γεύση του, όχι για να μας αρέσει περισσότερο, αλλά για να είναι αυτή πιο κοντά σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να τρώμε. 
Γιατί το κάνουμε αυτό; 
Γιατί έτσι μας αρέσει.

Tuesday, April 24, 2012

Νέα ανεπίδοτα (V)

El tiempo,
porque tú no estás,
se ha puesto triste
y con triste 
no quiero decir que el cielo 
se haya pintado de color gris
o que las gotas de lluvia
se parezcan a lágrimas
porque esta sería una metáfora fácil
ya que las lágrimas 
no siempre son de la tristeza
sino de la alegría también
y el color gris
no siempre se relaciona con el descontento
sino con la fusión del blanco y negro
que es cómo yo siento, hoy,
blanco por fuera
negro por dentro
y todo esto,
aunque tú no lo creas,
afecta el tiempo
mientras tú no estás.

Thursday, April 5, 2012

Τα ερωτευμένα θερμοκήπια

Οι μελιτζάνες μου είναι ερωτευμένες με τα λευκά γαρίφαλα. Τα κολοκυθάκια μου με τα ροζ τριαντάφυλλα. Οι ντομάτες μου με τα κίτρινα χρυσάνθεμα. Και τα αγγουράκια μου με τις πορτοκαλί βιολέτες. Όταν έφτιαξα τα θερμοκήπια δίπλα δίπλα, κανείς δεν μου είπε ότι δεν μπορώ να καλλιεργώ ζαρζαβατικά με άνθη δίπλα δίπλα. Τώρα, ολόκληρο το ένα θερμοκήπιο έχει ερωτευτεί ολόκληρο το διπλανό του. Ανάμεσά τους υπάρχει μόνο μια μικρή δίοδος σκεπασμένη με χώμα που περιβάλλεται από τις πλαϊνές, κάθετες πλευρές των θερμοκηπίων, οι οποίες αποτελούνται από ημιδιαφανή, πλαστικά τμήματα που στηρίζονται σε ξύλινες δοκούς. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν τα προϊόντα μου γνωρίζουν τι είναι αυτό που αναπτύσσεται σε αυτή την εγγύτητα ούτε μπορώ να ξέρω αν τα ζαρζαβατικά μου διακρίνουν το σχήμα των λευκών, ροζ, κίτρινων ή πορτοκαλί ανθέων. Ομοίως, δεν καταλαβαίνω αν τα άνθη καταλαβαίνουν ότι έχουν να κάνουν με αγαθά που καταναλώνονται εκτός εποχής. Όπως δεν καταλαβαίνω αν η εποχή παίζει κάποιο ρόλο για την ευδοκίμησή τους. Γιατί οι τέσσερις εποχές αποτελούν μια σχολαστική αναμέτρηση με το χρόνο που τείνει να εξαλειφθεί (η αναμέτρηση, όχι ο χρόνος) ή μια τετριμμένη κατηγοριοποίηση του χρόνου για να κάνουμε πιο εύκολα συνειρμούς κάθε φορά που βλέπουμε, φερειπείν, μαργαρίτες στην εξοχή και σκεφτόμαστε ότι προσεγγίζουμε την εργατική Πρωτομαγιά για να τις μαζέψουμε και να τις στεφανωθούμε. Ή ότι η εργατική Πρωτομαγιά αποτελεί το πρόσχημα για να ξεχυθούμε στην εξοχή μαζικά σαν να τελείωσαν οι μέρες των παρορμητικών εξορμήσεων. Ή ακόμα ότι η παρόρμηση αποτελεί το καταφύγιο της ολοένα και περισσότερο διωκούμενης επιθυμίας. Ή τέλος (ή σχεδόν τέλος) ότι η επιθυμία είναι αυτό που πρέπει να καταναλώσουμε σε συγκεκριμένη εποχή του χρόνου. Λυπάμαι αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί τα θερμοκήπιά μου είναι ερωτευμένα το ένα με το άλλο. Δεν ξέρω γιατί το κάνουν, πώς το κάνουν, τι είναι τελοσπάντων αυτό που τα παρακινεί. Ίσως τα χρώματα να προκαλούν τα σχήματα, ίσως η αλλοίωση των πραγματικών τους χαρακτηριστικών εξαιτίας του πλαστικού παραπετάσματος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα δύο habitat να προξενεί την περιέργεια, αν και η περιέργεια δεν μου φαίνεται επαρκής λόγος για να ερωτευτεί κανείς. 
Τι είναι αυτό που σπρώχνει το αγγούρι μου στη βιολέτα; Πόσο χυδαίο ακούγεται αυτό; Πώς ρυθμίζεται η θερμοκρασία μιας ερωτευμένης μελιτζάνας; Ή η υγρασία των πετάλων ενός τριαντάφυλλου; Γιατί να το πάθω εγώ αυτό και όχι τα θερμοκήπια του γείτονα; 
Τώρα σκέφτομαι τη συγκομιδή τους και την απομάκρυνσή τους από το μέρος στο οποίο γνωρίστηκαν και το μόνο που με παρηγορεί κάπως είναι ότι το μανάβικο που πουλάω τα μεν γειτνιάζει με το ανθοπωλείο που πουλάω τα δε. 
Από κει και πέρα ας αναλάβει κάποιος άλλος την ευθύνη.

Monday, April 2, 2012

Νέα ανεπίδοτα (IV)

Πρώτα εσύ πες και μετά εγώ 
είναι το παιχνίδι που παίζουμε 
λες και φοβόμαστε τις λέξεις 
που ανεβοκατεβαίνουν στο λαιμό 
και σκαλώνουν στη γλώσσα, 
η οποία ευτυχώς λύνεται στη συνέχεια με ένα φιλί, 
τόσο κρατάει ο δισταγμός
για να τον υπερβείς και να τον υπερβώ, 
ένα φιλί.

Monday, March 26, 2012

Νέα ανεπίδοτα (ΙΙΙ)

Δεν είναι ο χρόνος που μεσολάβησε με σένα που σκέφτομαι αλλά ο χρόνος που μεσολαβεί χωρίς. Σκέφτομαι για παράδειγμα ότι από τη στιγμή που βγαίνω από την πόρτα σου και αυτή κλείνει πίσω μου, αρχίζει αυτός ο χρόνος χωρίς κατά τη διάρκεια του οποίου μαθαίνω να κυκλοφορώ με εσένα χωρίς, να μιλάω με εσένα χωρίς, να τρώω με εσένα χωρίς και ούτω καθεξής. Αυτό φυσικά ενέχει τον κίνδυνο να με περάσουν για τρελό, ιδίως αν όλα τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα σε δημόσιο χώρο, και δεν με προβληματίζει τόσο το να με περάσουν για τρελό όσο το να με περάσουν για κάτι που δεν ισχύει. Κάθομαι για παράδειγμα σε ένα καφέ και πριν παραγγείλω έρχεται πρώτα το ποτήρι με το νερό και είμαι έτοιμος να ζητήσω από τη σερβιτόρα ένα δεύτερο ποτήρι νερό, όχι γιατί διψάω τόσο πολύ - το οποίο είναι αλήθεια - αλλά γιατί αισθάνομαι ότι εσύ κάθεσαι απέναντί μου, το οποίο είναι επίσης αληθές, στο μέτρο που αυτό που αισθάνομαι πηγάζει από εκεί που πηγάζει και η αλήθεια. Παραγγέλνω ένα καφέ και μόνο έναν, πράττω δηλαδή σωστά, και σε ελάχιστα λεπτά καταφτάνει ο καφές μου που αν και τον πίνω γλυκό τώρα μου φαίνεται σκέτος. Ανάβω ένα τσιγάρο προσέχοντας να φυσάω αλλού τον καπνό για να μην σε ενοχλεί, που ούτως ή άλλως δεν σε ενοχλεί, αυτή τη φορά όχι επειδή δεν είσαι εκεί - το οποίο ισχύει - αλλά επειδή δεν σε ενοχλεί ούτως ή άλλως και σηκώνομαι έπειτα από λίγο για να πάω τουαλέτα. Τότε είμαι έτοιμος να σου πω έχε το νου σου στο κινητό μου αλλά την τελευταία στιγμή πριν το εκστομίσω δεν στο λέω γιατί έχω το κινητό μου στην τσέπη επειδή ακριβώς δεν είσαι εκεί για να σου ζητήσω να έχεις το νου σου. Με άλλα λόγια, δεν έχω εγκαταλείψει τελείως την πραγματικότητα, προφανώς διότι ένα μικρό, εύθραστο νήμα με κρατάει ακόμα δεμένο μαζί της. Επιστρέφοντας, σου ρίχνω μια ματιά όλο νόημα που λένε, μόνο που το νόημα εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί να προσδιοριστεί με τίποτα, αφού η απουσία σου δεν προλαβαίνει να νοηματοδοτήσει τη ματιά μου, η οποία αποσύρεται ευθύς μόλις χτυπήσει στην απέναντι άδεια καρέκλα. Χαμογελώ, είναι αναπόφευκτο, και καλώ την σερβιτόρα για να πληρώσω. Άσε, θα κεράσω εγώ, λέω ευτυχώς από μέσα μου, καθώς κάνεις την κίνηση που φαντάζομαι ότι πας να κάνεις, πληρώνω τον καφέ και σηκώνομαι να φύγω, σφίγγοντας και λίγο την αριστερή μου παλάμη με την αίσθηση ότι κρατώ εκεί τη δεξιά δική σου. Τέλος, αναχωρώ για το σπίτι μου με την ελπίδα ότι δεν θα περάσεις την πόρτα μου γιατί μετά, το μικρό, εύθραστο νήμα που με κρατάει ακόμα δεμένο με την πραγματικότητα τεντώνεται επικίνδυνα και το τελευταίο που θα' θελα να πάθω είναι να αποκοπώ τελείως από αυτήν. Διότι, τότε, δεν θα με προβλημάτιζε τόσο το να με περάσουν για τρελό όσο το να μην έχουν άδικο όσοι το σκέφτηκαν, εφόσον φυσικά θα ήμουν σε θέση να αντιληφθώ την περί δικαίου και αδίκου διαφορά, η οποία είναι δύσκολο να οριστεί ακόμη και από μη διαταραγμένα άτομα, εφόσον φυσικά αποδεχθεί κανείς ότι υπάρχουν τέτοια άτομα ακόμα.